ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΑΔΗ

ΚΟΣΜΗΤΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΑ (ΑΠΘ)

και ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΑ (ΑΠΘ)

 

εφημερίδα ΕύΞΕΙΝΟΣ ΠOΝΤΟΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2003, ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 81, ΣΕΛ. 5.

 

 

 

 

Ancient Greek Colonies

in the Black Sea

 

Edited by

Dimitrios V. Grammenos

& Elias K. Petropoulos,

 

Εκδόσεις του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Βορείου Ελλάδος, Νο. 4, Θεσσαλονίκη, 2003, 2 τόμοι.

 

 

    Όπως είναι γνωστό, η διεθνής επιστημονική κοινότητα κατά τα τελευταία δέκα χρόνια άρχισε να δίνει μεγαλύτερη προσοχή κυρίως στις ελληνικές, αλλά παράλληλα και στις μη ελληνικές αρχαιότητες του Ευξείνου Πόντου, δίνοντας έμφαση στην μέση και την υστέρα αρχαιότητα. Ίσως, εύλογα κάποιος αναγνώστης αναρωτηθεί με αφορμή την παραπάνω διαπίστωση, σε ποια αίτια οφείλεται αυτή η καθυστέρηση και αν και κατά πόσον μπορεί να θεωρηθεί ηθελημένη ή μοιραία. Είναι επίσης γνωστό το γεγονός ότι αρκετοί φορείς, κατά κύριον λόγο πανεπιστημιακοί, ανά τον κόσμο έχουν τελευταία στρέψει το βλέμμα τους και την προσοχή τους στο εξειδικευμένο πρόβλημα της παρουσίας των αρχαίων Ελλήνων στον Παρευξείνιο χώρο και στην γειτνίασή τους με γηγενείς είτε με επυλίδες λαούς, οι οποίοι, σύμφωνα πάντοτε με τις αρχαιολογικές μαρτυρίες και τις σχετικές γραπτές πηγές, προσέγγιζαν τις ακτές του Ευξείνου Πόντου συνήθως για δηώσεις των αρχαίων ελληνικών οικισμών -αποικιών ή εμπορίων- με σκοπό την αποκομιδή λαφύρων. Σε πολλές, όμως, περιπτώσεις μπορούμε να παρατηρήσουμε και το φαινόμενο της αρμονικής συμβιώσεώς των στον ήδη υπάρχοντα ελληνικό ή βαρβαρικό οικισμό, ή ακόμη της εγκαταστάσεώς των στον εγγύς περιβάλλοντα χώρο του εκάστοτε παραλίου ή εσωτερικού οικισμού.

    Η ευόδωση όλων αυτών των σημαντικών προσπαθειών για την καταγραφή του ιστορικού και αρχαιολογικού παρελθόντος της εν λόγω περιοχής από την πλευρά της σύγχρονης επιστήμης, βεβαίως, πρέπει να ομολογήσουμε, ότι επετεύχθη, αλλά και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να επιτυγχάνεται με καταβολή απεριορίστου κόπου και επίπονης εργασίας. Αρκεί να αναφέρουμε ότι για πολλούς επιστήμονες, ειδικούς και μη αρχαιογνώστες, ο χώρος της παρευξεινίου ζώνης παραμένει ακόμη άγνωστος και μάλιστα στην σύγχρονη εποχή που ζούμε εξακολουθεί να θεωρείται άβατος και εν γένει μη προσεγγίσιμος. Δεν είναι πρόθεσή μας στις γραμμές του παρόντος να παρουσιάσουμε και να αναλύσουμε τους λόγους και τις αιτίες αυτής της, ας μας επιτραπεί η έκφραση, τραγωδίας ή χασμωδίας. Νομίζουμε ότι ο καθένας είναι εις θέσιν να βγάλει μόνος του τα συμπεράσματα και να δώσει λογικές ή ευλογοφανείς, τουλάχιστον, απαντήσεις. Ο ρόλος του παρόντος είναι πιο περιορισμένος: να περιγράψει εν συντομία μια ολοκληρωμένη, ελληνική αυτή τη φορά, προσπάθεια επιστημονικής εκθέσεως και παρουσιάσεως των κλασσικών αρχαιοτήτων του Ευξείνου Πόντου στο ευρύ κοινό, την πρώτη για τα ελληνικά χρονικά. Αλλά και για την διεθνή βιβλιογραφία η έκδοση ενός παρόμοιου πονήματος είναι πρωτόγνωρη, αφού στους δύο τόμους του επιχειρείται η παρουσίαση αρχαίων ελληνικών οικισμών από ολόκληρη την Παρευξείνια παραλία και όχι μεμονωμένων τμημάτων της.

    Όπως γίνεται αντιληπτό από τον αγγλικό τίτλο του υπό παρουσίαση βιβλίου, ο οποίος στα ελληνικά μεθερμηνεύεται ως "Αρχαίες Ελληνικές Αποικίες στην Μαύρη Θάλασσα", πρόκειται για μια ξενόγλωσση έκδοση του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Βορείου Ελλάδος και του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων του Υπουργείου Πολιτισμού. Την επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου αυτού ανέλαβαν οι Δρ. Δημήτριος Β. Γραμμένος, σήμερα Διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου της Θεσσαλονίκης και του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Βορείου Ελλάδος, και Ηλίας Κ. Πετρόπουλος, Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου M.V. Lomonosov της Μόσχας, ο οποίος διδάσκει στο Τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Χωρών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, στην Κομοτηνή (elias_p@otenet.gr).

    Πολλοί είναι εκείνοι που θα προχωρήσουν αυθόρμητα στο εξής, εν πρώτοις εύλογο, ερώτημα: μα για ποιον λόγο μία ελληνική επίσημη έκδοση ενός συλλογικού αρχαιογνωστικού έργου δεν πραγματοποιείται στην ελληνική γλώσσα. Η απάντηση είναι πολύ σαφής και, νομίζουμε, αντιληπτή. Στόχος του Υπουργείου Πολιτισμού, αλλά και των δύο επιμελητών είναι η εκ του σύνεγγυς επαφή και η γνωριμία της διεθνούς, και όχι αποκλειστικά της ελληνικής, επιστημονικής κοινότητος, καθώς και του αρχαιόφιλου κοινού με τις παρευξείνιες ελληνικές αρχαιότητες και τα πιο πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα από 30 αρχαίες ελληνικές αποικίες. Δυστυχώς το αντίστροφο, εάν δηλαδή το βιβλίο κυκλοφορούσε μεταφρασμένο στα ελληνικά, θα είχε πολύ περιορισμένη απήχηση και διάδοση. Για την συγγραφή του έργου εκλήθησαν να συμμετάσχουν, ο καθένας με ένα ξεχωριστό και εξειδικευμένο άρθρο, συνοδευόμενο από το σχετικό φωτογραφικό υλικό, 32 αρχαιολόγοι ανασκαφείς-ερευνητές στις 30 μεγαλύτερες και σπουδαιότερες ελληνικές αποικίες σε ολόκληρη την λεκάνη της Μαύρης Θάλασσας. Το βιβλίο είναι δίτομο και οι σελίδες του αριθμούν τις 1482 περίπου. Επίσης, περιλαμβάνει συνολικά 27 άρθρα, εκ των οποίων τα 25 είναι γραμμένα στην αγγλική, ενώ τα υπόλοιπα 2 στην γαλλική γλώσσα. Στο βιβλίο εκλήθη ακόμη για συμμετοχή και ο Ρουμάνος αρχαιολόγος Valeriu Georgescu με αναφορά στην αρχαία ελληνική πόλη Καλλάτιδα, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την συγγραφή λόγω του πρόωρου θανάτου του. Επίσης, να αναφέρουμε ότι και ο διεθνώς καταξιωμένος Γεωργιανός αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός Otar Davidovitch Lordkipanidze εγκατέλειψε πρόωρα αυτόν τον μάταιο κόσμο, όμως το άρθρο του για την Φάσιδα συμπεριελήφθη τελικά στο βιβλίο, χάρη στην ευγενική ολοκλήρωσή του από έναν άλλο Γεωργιανό συνάδελφο-αρχαιολόγο, τον Guram Kvirkvelia. Για τους λόγους αυτούς το βιβλίο αφιερώνεται στην μνήμη των δύο εκλιπόντων.

    Ο πρώτος τόμος ξεκινά με το τρισέλιδο εισαγωγικό σημείωμα του Δημητρίου Β. Γραμμένου (σε ελληνικά και αγγλικά) και συνεχίζει με το γενικό άρθρο του Ηλία Κ. Πετρόπουλου, το οποίο φέρει ως τίτλο "Problems in the History and Archaeology of the Greek Colonization of the Black Sea" (=Προβλήματα ιστορίας και αρχαιολογίας του ελληνικού αποικισμού στην Μαύρη Θάλασσα). Στη συνέχεια και έπειτα από τους δύο κατατοπιστικούς χάρτες με τις θέσεις των αναφερομένων εμβριθέστερα ελληνικών οικισμών, ξεκινώντας από την βουλγαρική ποντική ακτή και συνεχίζοντας κατά την φορά του ωρολογίου ακολουθώντας την σειρά των αρχαίων ελληνικών αποικιών, παρατίθενται τα άρθρα Βουλγάρων, Ρουμάνων, Ουκρανών, Ρώσων, Γεωργιανών, ενός Αμπχαζίου, ενός Αμερικανού και δύο Τούρκων αρχαιολόγων. Οι ελληνικές πόλεις-αποικίες που αναφέρονται και στους δύο τόμους, είναι κατά σειρά οι εξής: Απολλωνία Ποντική (Sozopol), Μεσημβρία (Nesebar), Οδησσός (Varna), Ιστρία, Οργάμη (Argamum), Ολβία (Nikolaev), οικισμός στο νησί Μπερεζάν (Berezan), Κερκινίτις (Evpatoria), Ταυρική Χερσόνησος (Sevastopol), Θεοδοσία (Feodosia), Παντικάπαιον (Kertch), Νυμφαίον (Geroevka), Μυρμήκιον (Ketch), Πορθμεύς, Κυταίον, Κήποι, Φαναγόρεια, οικισμός στο Ταγκανρόγκ (Taganrog), Γοργιππία (Anapa), Ερμώνασσα, Τάναϊς (Rostov on Don), Πατρεύς, Κιμμερίς, Αχίλλειον, Διοσκουριάς (Sukhumi), Φάσις, Αμισός (Samsun), Σινώπη (Sinope), Ηράκλεια Ποντική (Eregli) και μαστρις. Πέραν των εξειδικευμένων άρθρων για τις αποικίες, υπάρχουν και δύο γενικότερου περιεχομένου. Συγκεκριμένα, το ένα αναφέρεται στις πρόσφατες αρχαιολογικές μελέτες στην "χώρα της Ολβίας" και παρουσιάζει ποικίλο και ξεχωριστό ενδιαφέρον λόγω της ευρύτητας των θεμάτων που αρμοδίως θίγονται σ' αυτό από τους γράψαντες αρχαιολόγους. Το δεύτερο αναφέρεται στις πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες στον χώρο των αγροτικών εκτάσεων (χώρα) του Βασιλείου του Βοσπόρου, εκατέρωθεν των οχθών του Κιμμερικού Βοσπόρου - σήμερα στενά του Kertch. Τα δύο αυτά άρθρα έρχονται να καλύψουν το κενό που υπάρχει στο θέμα της περιφερειακής επέκτασης και διεύρυνσης των συνόρων των αρχαίων ελληνικών πόλεων του Ευξείνου Πόντου, καθώς και της επιμέρους αγροτο-οικονομικής τους οργανώσεως και δραστηριότητος και της πολιτικής τους διαρθρώσεως.

    Έπειτα από όσα προαναφέρθηκαν, η αξία του βιβλίου αυτού είναι στην διακριτική κρίση του εκάστοτε ερευνητού. Επισημαίνοντας μόνο το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του πονήματος, θα μπορούσαμε να πούμε εδώ ότι η σημασία και η σπουδαιότητά του διαφαίνεται όχι μόνο από το γεγονός ότι απλά συμμετέχουν ξένοι αρχαιολόγοι και ερευνητές του παρευξείνιου κλασσικού παρελθόντος, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην παγκόσμια βιβλιογραφία, σε ένα συλλογικό έργο συμπεριλαμβάνονται και περιγράφονται εμπεριστατωμένα και, όπως θα λέγαμε σε απλή γλώσσα από 'πρώτο χέρι ', ελληνικοί οικισμοί από ολόκληρη της επικράτεια της Μαύρης Θάλασσας (Πρόσφατα, από τις εκδόσεις των Αφών Κυριακίδη κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο του Alexandr Maslennikov "Οι αρχαίοι Έλληνες στον Βόρειο Εύξεινο Πόντο", Θεσσαλονίκη, 2000, μτφρ. Ηλία Κ. Πετρόπουλου). Τα χρονικά περιθώρια του βιβλίου είναι κατά δύναμιν και κατά περίπτωση διευρυμένα: από την πρώιμη αρχαιότητα, δηλαδή από τα χρόνια του ελληνικού αποικισμού ή, ορθότερα, της μεταναστεύσεως στον Εύξεινο Πόντο έως την υστέρα ρωμαϊκή εποχή.

    Το βιβλίο "Ancient Greek Colonies in the Black Sea", για όσους ενδιαφέρονται να το αποκτήσουν και να το μελετήσουν, διατίθεται στην ακόλουθη διεύθυνση: Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, Διεύθυνση Εκδόσεων, οδός Πανεπιστημίου 57, Αθήνα, 10564, τηλ. 210-3291448 και 210-3242580. Το βιβλίο διατίθεται επίσης και στα μεγαλύτερα Αρχαιολογικά Μουσεία, καθώς και στις επιμέρους Εφορείες Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων της Ελλάδος. Η τιμή του ανέρχεται στα 200 Ευρώ.

 

BACK TO THE MAIN PAGE

 

 

CONTENTS

FIRST VOLUME

CONTENTS

SECOND VOLUME

DISTRIBUTION

 PUBLICATIONS OF THE A.I.B.E.

CV OF ELIAS K. PETROPOULOS

HOW TO ORDER

ANCIENT BLACK SEA COLONIES - II

LINKS